Το να ζούμε περισσότερο είναι κατάκτηση. Το πώς ζούμε όσο μεγαλώνουμε είναι πολιτική επιλογή.
Η Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας δεν είναι μια ημέρα για ευχές και επετειακές αναφορές. Μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα ουσιαστικό ερώτημα: θέλουμε περισσότερα χρόνια ζωής με δικαιώματα, ασφάλεια και αξιοπρέπεια ή περισσότερα χρόνια αγώνα για τα αυτονόητα;
Η μακροζωία αποκτά πραγματικό νόημα όταν συνοδεύεται από υγεία, αυτονομία, κοινωνική συμμετοχή, σχέσεις και δυνατότητα επιλογής.
Η ψηφιακή μετάβαση δεν πρέπει να δημιουργεί νέους αποκλεισμούς. Η πρόσβαση σε υπηρεσίες και δικαιώματα πρέπει να παραμένει απλή και προσβάσιμη για όλους. Όπως και οι πόλεις μας: με ασφαλείς μετακινήσεις και δημόσιους χώρους που επιτρέπουν σε κάθε άνθρωπο να παραμένει αυτόνομος και ενεργός.
Για εμάς, το “silver aging” πρέπει να είναι επιλογή ζωής και όχι αναγκαιότητα επιβίωσης. Και η ηλικία δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποκλεισμού από την κοινωνική ζωή, τη συμμετοχή και τις αποφάσεις που μας αφορούν.
Να μεγαλώνεις δεν μπορεί να σημαίνει ότι συνεχίζεις να εργάζεσαι επειδή η σύνταξη δεν φτάνει ή ότι μετράς τα φάρμακά σου για να βγει ο μήνας.
Γι’ αυτό και οι προτάσεις που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ είναι συγκεκριμένες: μηδενική συμμετοχή των συνταξιούχων στα φάρμακα και Εθνικό Σύστημα Φροντίδας για ηλικιωμένα άτομα και άτομα με αναπηρία, με φροντίδα κατ’ οίκον.
Δεν πρόκειται απλώς για παροχές. Είναι μια διαφορετική πολιτική αντίληψη: η πρόσβαση στην υγεία και στη φροντίδα δεν μπορεί να εξαρτάται από το εισόδημα ούτε από το αν μια οικογένεια μπορεί να σηκώσει μόνη της το βάρος.
Υπάρχει άλλωστε και μια πραγματικότητα που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατη. Οι «αόρατοι ηλικιωμένοι»: άνθρωποι που παραμένουν σε νοσοκομειακά κρεβάτια, όχι επειδή χρειάζονται πια νοσηλεία, αλλά επειδή δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος να επιστρέψουν στο σπίτι ούτε επαρκής δομή για να τους υποδεχθεί.
Δεν είναι αόρατοι. Τους έχουμε καταστήσει αόρατους.
Η φροντίδα δεν αρχίζει και δεν τελειώνει στο νοσοκομείο. Χρειάζεται πρόληψη, έγκαιρη παρέμβαση, αποκατάσταση και υποστήριξη στην καθημερινή ζωή. Και για τους ανθρώπους με νευροεκφυλιστικές νόσους, η ανεπάρκεια δημόσιων δομών κάνει αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επιτακτική.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια ολοκληρωμένη δημόσια πολιτική φροντίδας: με προσβάσιμες υπηρεσίες στο σπίτι, δομές ημέρας και μακροχρόνιας φροντίδας και συνέχεια ανάμεσα στο νοσοκομείο, το σπίτι και την κοινότητα.
Και όταν η θεραπεία δεν είναι πλέον το μόνο ζητούμενο, κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα σε ανακούφιση, φροντίδα και αξιοπρέπεια.
Γιατί σήμερα, πίσω από τη λέξη «οικογένεια», βρίσκεται πολύ συχνά μια γυναίκα. Μια κόρη, μια σύζυγος, μια αδελφή που μειώνει την εργασία της, χάνει εισόδημα και προσωπικό χρόνο για να αναλάβει τη φροντίδα.
Η φροντίδα είναι εργασία. Έχει αξία και πρέπει να αναγνωρίζεται.
Γι’ αυτό προτείνουμε αναγνώριση και στήριξη του οικογενειακού φροντιστή, με οικονομική ενίσχυση και ασφαλιστική κάλυψη, ως αναπόσπαστο μέρος ενός νέου δημόσιου συστήματος φροντίδας.
Η δημογραφική γήρανση δεν είναι μια συζήτηση για το μέλλον. Είναι μια μεγάλη κοινωνική και πολιτική πρόκληση του σήμερα. Και απαιτεί επιλογές.
Και εδώ η πολιτική διαχωριστική γραμμή είναι καθαρή.
Από τη μία, μια πολιτική που ιδιωτικοποιεί τη φροντίδα και προτάσσει την ατομική ευθύνη: όποιος μπορεί, αγοράζει υπηρεσίες· όποιος δεν μπορεί, στηρίζεται στην οικογένεια και συνήθως σε μια γυναίκα.
Από την άλλη, η δική μας επιλογή: ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος που αναλαμβάνει τη δημόσια ευθύνη και εγγυάται καθολικά το δικαίωμα στην υγεία, στη φροντίδα και στην αυτονομία.
Η αξιοπρεπής γήρανση δεν μπορεί να εξαρτάται από το πορτοφόλι, την οικογένεια ή την τύχη του καθενός.
Είναι δικαίωμα και η εγγύησή του είναι ευθύνη ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους.