Από τα στοιχεία που πρόσφατα δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ) για το Δείκτη Τιμών των οικιστικών ακινήτων επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά το αδιέξοδο της κυβερνητικής στεγαστικής πολιτικής. Το β΄ τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά ακόμη 5,5% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Και αυτή η αύξηση έρχεται πάνω στις ήδη μεγάλες αυξήσεις των προηγούμενων ετών: 8,3% το 2025 και 9,1% το 2024, καθιστώντας την απόκτηση κατοικίας άπιαστο όνειρο για ολοένα και περισσότερους πολίτες. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στην πρώτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη στεγαστική επιβάρυνση (36% του μηνιαίου εισοδήματος έναντι του 19% στην υπόλοιπη ΕΕ).
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιμένει σε λανθασμένες και αποσπασματικές παρεμβάσεις. Τα επιδοτούμενα στεγαστικά δάνεια μπορούν να βοηθήσουν κάποιους δικαιούχους αλλά δεν συνιστούν ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική. Πολιτικές ενίσχυσης της ζήτησης που τροφοδοτούν και πιέζουν προς τα πάνω τις τιμές των ακινήτων.
Τα πραγματικά ερωτήματα προς τη Κυβέρνηση είναι συγκεκριμένα:
• Πόσες προσιτές κατοικίες προστέθηκαν στην αγορά με την πολιτική της;
• Πόσες κοινωνικές κατοικίες δημιουργήθηκαν;
• Πόσα κλειστά ακίνητα επέστρεψαν πράγματι στη μακροχρόνια μίσθωση;
Η χώρα χρειάζεται αλλαγή φιλοσοφίας και κατεύθυνσης στη στεγαστική πολιτική. Η ΕΛΑΣ προτείνει ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Προσιτής Κατοικίας, με μόνιμα εργαλεία, μετρήσιμους στόχους και ενεργό ρόλο της Πολιτείας, που θα αποφέρει 50.000 χιλιάδες προσιτές στεγαστικές επιλογές την επόμενη τετραετία. Το σχέδιο μας προβλέπει την προστασία της πρώτης κατοικίας, την αύξηση του αποθέματος κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας με κοινωνικά κριτήρια, τη κινητοποίηση των κλειστών κατοικιών και την ενίσχυση της μακροχρόνιας μίσθωσης, με αποτελεσματική ρύθμιση της βραχυχρόνιας μίσθωσης εκεί όπου εκτοπίζει τη μόνιμη κατοικία.
Για την ΕΛ.Α.Σ. η στέγη είναι κοινωνικό δικαίωμα και όχι επενδυτικό προϊόν.