Ιδιοσυγκρασιακός, ασυμβίβαστος, πεζογραφικά αταξινόμητος, μετωπικός κι οξύς όταν το έκρινε, αυτόπτης μάρτυρας και αφηγητής της ζωής των από τα κάτω, όσων η καθεστηκυία τάξη αποφάσισε να τοποθετήσει στο περιθώριο της κοινωνίας, ή της ιστορίας.
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος που πέθανε την Παρασκευή στα 79 του χρόνια ήταν αναμφισβήτητα μία μοναδική και μοναχική, ιδιάζουσα και πολύ προσωπική περίπτωση των ελληνικών γραμμάτων. Καταχωρίστηκε ως βιογράφος των «Ατάκτων», του Άρη Βελουχιώτη και των ανδρών του χάρη στο περίφημο δίτομο έργο του, άτακτος κι ανυπότακτος κι ο ίδιος ακόμα και στις πεζογραφικές κατηγοριοποιήσεις, αλλά ταυτόχρονα συνεπής στη θεματολογία, τον χώρο, τον χρόνο και τα πορτρέτα που τον ενδιέφεραν.
Η πένα του σε μυθιστορήματα, νουβέλες, θεατρικά, σενάρια, αναλύσεις, μελέτες, ή βιογραφίες ανέδειξε με βαθιά κατανόηση αλλά χωρίς ωραιοποίηση το γνήσια λαϊκό στοιχείο, τις γειτονιές, τα ήθη και τα έθη, τους αγώνες του ΕΛΑΣ, τα πάθη του Εμφυλίου, τους μεγάλους συμβιβασμούς και τις μικρές χαρές. Πειραιώτης, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, εργάτης και ο ίδιος στα νιάτα του, διατήρησε καθαρά τα προσωπικά του φίλτρα, στάθηκε κόντρα στα κελεύσματα των καιρών και έζησε τα τελευταία χρόνια αποσυρμένος αλλά και, κατά την αρθρογραφία του, πάντα ετοιμοπόλεμος, στον τόπο της μητρικής του καταγωγής το Μικρό Χωριό που τον συνέδεε κι εκ γενετής με τον Βελουχιώτη.
Αναχώρησε οριστικά σε μία εποχή που σηκώνει όλο και λιγότερο τους ανυπότακτους. «Από τα παιδιά της Χελιδόνας» (ως νουβέλα αλλά και ως κινηματογραφική μεταφορά από τον Κώστα Βρεττάκο) έως τα θεατρικά «Αυγά Μαύρα», από «τη Νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι» έως τα «πειραιώτικά» του γραπτά και τις ιστορικές του μελέτες, το έργο του διασώζει όψεις μίας άλλης Ελλάδας και παραδίδεται στις επόμενες γενιές και σ’ εκείνους που θέλουν και μπορούν να ανακαλύψουν σπουδαίες αφηγήσεις εκτός πλαισίων.
Συλλυπητήρια στην οικογένειά του αλλά και στους, εδώ και αρκετά χρόνια, οικείους του από τις εκδόσεις «Τόπος».