Παρά την άτακτη υποχώρηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης σε πληθώρα εκ των προκλητικών υπό διαβούλευση τεθεισών διατάξεων, με σημαντικότερη την εξαίρεση των εργατικών διαφορών από το πεδίο εφαρμογής του, το εισαγόμενο προς ψήφιση νομοσχέδιο επιφέρει μια ακόμα βίαιη και αχρείαστη ανατροπή στην πολύπαθη πολιτική δίκη με περαιτέρω διαδικαστικές και οικονομικές επιβαρύνσεις των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, εγείροντας ταυτόχρονα σημαντικά ζητήματα συνταγματικότητας ως προς το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.
Η διεύρυνση του πεδίου υποχρεωτικής προδικασίας, τόσο στην τακτική διαδικασία για όλες τις διαφορές από 20.000 ευρώ και άνω, όσο και στις αυτοκινητικές διαφορές, αξίας άνω των 60.000 ευρώ, επιφέρει σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τον πολίτη και θέτει περαιτέρω δικονομικά προσκόμματα στην πρόσβασή του στον φυσικό του δικαστή.
Η εναλλακτική επίλυση διαφορών, ως γνωστόν, στηρίζεται στην ελεύθερη βούληση, στην ισότητα, στην εμπιστευτικότητα και στην αυτονομία των συμμετεχόντων. Η γενίκευση της υποχρεωτικής προκαταρκτικής διαδικασίας δημιουργεί τον κίνδυνο η διαμεσολάβηση να μετατραπεί από εργαλείο ουσιαστικής συνεννόησης σε πρόσθετο δικονομικό στάδιο, χωρίς κανένα όφελος για τον διάδικο. Το κρίσιμο ζήτημα, εν προκειμένω, είναι κατά πόσον η υποχρεωτικότητα είναι αναγκαία, πρόσφορη και αναλογική για την επέκταση των κατηγοριών διαφορών στις οποίες εφαρμόζεται, δι’ ον λόγον ο νομοθέτης όφειλε να τεκμηριώσει ειδικά την αναλογικότητα του μηχανισμού και τις εγγυήσεις ουσιαστικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το νομοσχέδιο έρχεται προς ψήφιση χωρίς να έχει ούτε κατ’ ελάχιστον προηγηθεί συγκεκριμένη και δημοσιοποιημένη έρευνα ως προς:
• το ποσοστό των υποθέσεων που επιλύονται οριστικά μέσω της προδικασίας,
• το μέσο συνολικό χρόνο από τη γένεση της διαφοράς μέχρι την επίλυσή της,
• το συνολικό κόστος για τους διαδίκους,
• το ποσοστό υποθέσεων που οδηγούνται τελικώς στο δικαστήριο μετά από αποτυχημένη προδικασία,
• τις διαφορές αποτελεσματικότητας ανά κατηγορία υπόθεσης και οικονομική κατάσταση των μερών.
Σε κάθε περίπτωση, η διεύρυνση της εξωδικαστικής επίλυσης δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη ουσιαστικής αναβάθμισης των δικαστηρίων και η επιτάχυνση δεν ταυτίζεται με την μείωση των υποθέσεων που εισάγονται στα δικαστήρια μέσω των διαδικαστικών προσκομμάτων που πολλαπλασιάζει το υπό αξιολόγηση σχέδιο νόμου, το οποίο αποτελεί μία ακόμα αλυσιτελή απόπειρα του Υπουργείου Δικαιοσύνης να «εκσυγχρονίσει» το σχετικό θεσμικό πλαίσιο.