Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
11 ΣΕΠ. 2026·Ανακοινώσεις

Γιώργος Κωνσταντινίδης: Ώρα για περισσότερη αξία και καθαρό σχέδιο

κωνσταντινίδης

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον ελληνικό τουρισμό. Είναι ένας από τους σημαντικότερους παραγωγικούς πυλώνες της χώρας. Επηρεάζει την απασχόληση, τις επενδύσεις, τις τοπικές οικονομίες, τις υποδομές και τη διεθνή εικόνα της Ελλάδας. Κι όμως, όσο μεγαλώνει τόσο λιγότερο συζητάμε για την κατεύθυνση που θέλουμε να πάρει.

Ίσως επειδή μας έχει συνηθίσει στις καλές ειδήσεις. Κάθε χρόνο περιμένουμε τις αφίξεις, τις εισπράξεις, τις πληρότητες, ένα ακόμη ρεκόρ και συνεχίζουμε. Δεν υποτιμώ όσα έχουν επιτευχθεί. Το αντίθετο. Όποιος γνωρίζει την ελληνική τουριστική αγορά ξέρει πόση προσπάθεια έχει γίνει από επιχειρήσεις, εργαζόμενους και επενδυτές για να φτάσει η Ελλάδα στη θέση που βρίσκεται σήμερα.

Ακριβώς όμως επειδή ο τουρισμός πέτυχε, χρειάζεται πλέον διαφορετική αντιμετώπιση. Δεν μπορεί να θεωρείται ένας τομέας που θα πηγαίνει καλά σχεδόν από μόνος του.

Οι προορισμοί πιέζονται. Οι υποδομές σε αρκετές περιοχές δεν ακολούθησαν την ανάπτυξη. Η στέγαση των εργαζομένων έχει γίνει σοβαρό πρόβλημα, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό και οι επενδύσεις εξακολουθούν να περνούν μέσα από μια κατακερματισμένη διοίκηση. Σε πολλές περιοχές, η τουριστική περίοδος παραμένει περιορισμένη σε λίγους μήνες.

Την ίδια στιγμή, εξακολουθούμε να μετράμε κυρίως αφίξεις. Αυτό όμως δεν αρκεί. Το ερώτημα είναι πόση αξία αφήνει κάθε επισκέπτης και πόση από αυτή φτάνει στην τοπική κοινωνία. Πόσους μήνες λειτουργεί μια επιχείρηση, τι θέσεις εργασίας δημιουργούνται και τι αντέχουν οι υποδομές σε νερό, αποχέτευση, ενέργεια, μεταφορές και απορρίμματα όταν η ζήτηση αυξάνεται απότομα.

Πρέπει να ξέρουμε πόσο τουρισμό μπορεί να υποστηρίξει κάθε τόπος χωρίς να καταστρέψει αυτό που τον κάνει ελκυστικό. Καθεμία περιοχή έχει τις δικές της ανάγκες. Η Μύκονος δεν αντιμετωπίζει τα ίδια ζητήματα με τη Ρόδο και η Σαντορίνη χρειάζεται διαφορετική πολιτική από έναν ορεινό προορισμό. Μία ενιαία συνταγή δεν μπορεί να λειτουργήσει για όλους.

Γι' αυτό η συζήτηση πρέπει να γίνει στους ίδιους τους προορισμούς, με όσους διοικούν, επιχειρούν, εργάζονται και ζουν εκεί. Με πραγματικά στοιχεία, συγκεκριμένους στόχους και σαφείς προτεραιότητες για τις υποδομές.

Θα έπρεπε να γνωρίζουμε πού αυξάνεται η ζήτηση, πού υπάρχει κορεσμός, πόση πίεση δέχονται οι υποδομές, τι προσωπικό χρειάζεται κάθε περιοχή και ποια είναι η πραγματική οικονομική απόδοση κάθε προορισμού.

Χωρίς αυτά τα στοιχεία, ο σχεδιασμός θα συνεχίσει να βασίζεται στην εικόνα της προηγούμενης χρονιάς. Το ίδιο ισχύει και για τις επενδύσεις. Η Ελλάδα θέλει επενδύσεις, αλλά ο επενδυτής μπορεί ακόμη να χρειαστεί να συντονιστεί με πολλές υπηρεσίες και διαφορετικά επίπεδα διοίκησης για να προχωρήσει ένα έργο.

Ένα πραγματικό one stop shop στον τουρισμό δεν θα ήταν απλώς μια διευκόλυνση για τους επενδυτές. Θα αποτελούσε βασική λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους: ένας φορέας, μία διαδικασία, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ξεκάθαρη ευθύνη.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη πιο κρίσιμο θέμα: οι άνθρωποι. Αν ο εργαζόμενος αδυνατεί να βρει ένα αξιοπρεπές σπίτι στον τόπο όπου δουλεύει, υπάρχει πρόβλημα. Αν ένας νέος βλέπει τον τουρισμό ως δουλειά λίγων μηνών και όχι ως έναν κλάδο στον οποίο μπορεί να εξελιχθεί, το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο.

Η αναζήτηση περισσότερων εργαζομένων από το εξωτερικό δεν μπορεί να αποτελεί κάθε χρόνα τη μοναδική λύση. Χρειάζονται καλύτερη εκπαίδευση, σύνδεση των σχολών με την αγορά, δυνατότητα επαγγελματικής εξέλιξης και λύσεις για τη στέγαση του εποχικού προσωπικού. Ο κλάδος πρέπει να γίνει ξανά ελκυστικός για όσους θέλουν να εργαστούν σε αυτόν.

Το ίδιο σοβαρά πρέπει να δούμε και την εστίαση. Δεν γίνεται να θεωρούμε το εστιατόριο μέρος της εμπειρίας που προσφέρει η Ελλάδα και, όταν έρχεται η ώρα της οικονομικής πολιτικής, να το αντιμετωπίζουμε σχεδόν μόνο ως πηγή φορολογικών εσόδων.

Ο ελληνικός τουρισμός πρέπει να αφορά και τους ίδιους τους Ελληνες. Όταν τα νοικοκυριά δυσκολεύονται να κάνουν ακόμη και λίγες ημέρες διακοπών, αυτό δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα τουριστικής πολιτικής. Υπάρχουν τρόποι να στηριχθεί ο εσωτερικός τουρισμός χωρίς να επιδοτείται απλώς ο Αύγουστος στα ήδη γεμάτα νησιά: κίνητρα για ταξίδια την άνοιξη και το φθινόπωρο, ενίσχυση της ζήτησης στην ηπειρωτική Ελλάδα και στήριξη λιγότερο αναπτυγμένων προορισμών σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις με νέα κίνητρα.

Αυτό είναι, για μένα, ουσιαστική τουριστική πολιτική. Ο ελληνικός τουρισμός έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου η επόμενη μεγάλη πρόκληση δεν είναι απλώς να μεγαλώσει κι άλλο. Είναι να λειτουργήσει καλύτερα. Να αυξήσει την αξία του και όχι μόνο τον αριθμό των επισκεπτών. Να απλώσει τη σεζόν. Να αναπτύξει νέους προορισμούς χωρίς να εξαντλήσει τους ήδη δημοφιλείς. Να επενδύσει στις υποδομές, να δημιουργήσει καλύτερες δουλειές και να συνδεθεί περισσότερο με την ελληνική παραγωγή και την τοπική οικονομία.

Πάνω απ' όλα, χρειάζεται καθαρή κατεύθυνση για την επόμενη δεκαετία. Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να πιστέψουμε ότι, επειδή ο ελληνικός τουρισμός πέτυχε, θα συνεχίσει να πετυχαίνει χωρίς αλλαγές και χωρίς σοβαρό σχεδιασμό. Αυτό είναι ίσως το παράδοξο της επιτυχίας του. Συνηθίσαμε να θεωρούμε την πορεία του δεδομένη, αντί να αποφασίσουμε με καθαρό μυαλό πώς θέλουμε να είναι η επόμενη μέρα.

Άρθρο του Τομεάρχη Τουρισμού, Γιώργου Κωνσταντινίδη στην Εφημερίδα των Συντακτών (11/09/2026)

Σχετικά Άρθρα

11 ΣΕΠ. 2026·Ανακοινώσεις

Τομείς Μεταφορών & Υποδομών και Παιδείας: Σχολική στέγη σε επισφάλεια χωρίς εθνικό σχέδιο

Άνοιξε σήμερα η αυλαία για τα σχολεία όλης της χώρας. Όμως τα κτιριακά ευρήματα όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων στέκονται αμείλικτα απέναντι στην πραγματικότητα που έχει δημιουργήσει η Κυβέρνηση.