Στην Ελλάδα, περίπου 1 στα 5 νοικοκυριά δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας, εμπίπτουν δηλαδή στην κατηγορία των ενεργειακά φτωχών. Το ποσοστό αυτό -αν και μειώθηκε αισθητά από το 2015 ως το 2019- παρέμεινε στα ίδια ή και λίγο υψηλότερα επίπεδα έκτοτε, ενώ δυστυχώς η χώρα μας και σε αυτό το δείκτη βρίσκεται τελευταία στην Ευρώπη. Οι διεθνείς εξελίξεις αναμφίβολα πιέζουν προς τα πάνω τις τιμές των καυσίμων συνολικά, δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας στις εθνικές οικονομίες, με τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις να ζορίζονται υπέρμετρα πλέον
Ταυτόχρονα, τα διυλιστήρια παρουσίασαν θεαματική αύξηση των κερδών τους στο πρώτο εξάμηνο του 2026, περί τα 1.5 δισεκατομμύρια ευρώ, λόγω ακριβώς αυτής της κρίσης των ορυκτών καυσίμων, που τροφοδοτείται από την γενικευμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Το ντίζελ κίνησης κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα σε τιμές άνω των 2 ευρώ, πιέζοντας περαιτέρω τις τιμές των μεταφορών, άρα και των αγαθών και των υπηρεσιών. Το ρεύμα βρίσκεται σε μεγάλη τροχιά ανόδου επίσης, σε τιμές άνω των 200 ευρώ στη χονδρεμπορική αγορά καθώς η χώρα έχει αυξήσει την επιρροή του φυσικού αερίου στη διαμόρφωση της τιμής.
Μπροστά σε αυτή την εξέλιξη, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου ήδη αρκετά πριν τη ΔΕΘ και είχε τοποθετηθεί για την ανάγκη επιβολής έκτακτης εισφοράς στα υπερκέρδη, προκειμένου να στηριχτεί η κοινωνία και η οικονομία ενόψει του χειμώνα, όμως δεν βρέθηκαν ευήκοα ώτα. Στη ΔΕΘ, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δεν τοποθετήθηκαν επ’ αυτού. Έπειτα, και κάτω από την κοινωνική και πολιτική πίεση, τοποθετήθηκαν λέγοντας πως η τιμή στόχος για το πετρέλαιο θέρμανσης είναι εκεί που έκλεισε την περσινή χρονιά, δηλαδή στο 1.75 ευρώ ανά λίτρο, τιμή αυξημένη κατά 55% σε σχέση με τον περσινό Οκτώβριο, με προφανείς επιπτώσεις στην ικανότητα των νοικοκυριών να μπορέσουν να βγάλουν το χειμώνα και την περαιτέρω αύξηση της ενεργειακής φτώχειας. Για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, η διασφάλιση της χαμηλότερης δυνατής τιμής για τη θέρμανση των νοικοκυριών αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα.
Το ερώτημα είναι ποια εργαλεία μπορούν να συνδράμουν στη μείωση των τιμών των καυσίμων αλλά και τι αποτέλεσμα μπορεί να πετύχει κανείς μέσω αυτών των παρεμβάσεων.
Το πρώτο και κύριο είναι η φορολόγηση των υπερκερδών για τη δημιουργία του απαραίτητου δημοσιονομικού χώρου που θα μπορέσει να μειώσει την τιμή στην αντλία. Το δεύτερο είναι η επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα των καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων των διυλιστηρίων, όπου είναι αυτό εφικτό. Το τρίτο εργαλείο της κυβέρνησης είναι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, μειώνοντάς τον στα ελάχιστα δυνατά επίπεδα που επιτρέπονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το τελευταίο εργαλείο είναι ο ΦΠΑ, κάτι που εφάρμοσε ήδη και η Ισπανία, στο πλαίσιο έκτακτων αναγκών και για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η εποπτεία της αγοράς είναι ασφαλώς εκ των ων ουκ άνευ, για τη διασφάλιση της εφαρμογής των όποιων μέτρων.
Το μίγμα πολιτικής είναι κάτι που η κυβέρνηση έχει την ευχέρεια να το επιλέξει. Με συνδυαστική χρήση των ανωτέρω εργαλείων και χωρίς δημοσιονομική επίπτωση (π.χ. μέσω πλαφόν, έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών) μπορεί να ρίξει τις τιμές στο πετρέλαιο θέρμανσης στην αντλία στο 1.40 ευρώ ανά λίτρο και στο πετρέλαιο κίνησης στο 1,80 ευρώ ανά λίτρο. Πρόκειται για συγκεκριμένο και ελέγξιμο στόχο, στηριγμένο στη συνδυασμένη εφαρμογή των διαθέσιμων παρεμβάσεων.
Εν ολίγοις, τα εργαλεία υπάρχουν αλλά η κυβέρνηση δεν δείχνει διατεθειμένη να τα χρησιμοποιήσει. Αντί να ψάχνει λύση στο πρόβλημα με βάση τα εργαλεία που έχει, η κυβέρνηση επικαλείται ένα πρόβλημα για κάθε λύση, όταν αφορά στη στήριξη των νοικοκυριών. Για την προστασία των υπερκερδών των διυλιστηρίων, αντίθετα, βρίσκει διαρκώς επιχειρήματα.