Άρθρο της Υπεύθυνης Πολιτικού Σχεδιασμού της ΕΛ.Α.Σ. και Συντονίστριας του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ, Ευγενίας Φωτονιάτα
Τι συνδέει το «Χωριάτικο», το περιβάλλον ενός στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού και το επίδομα θέρμανσης; Εκ πρώτης όψεως, πρόκειται για άσχετες μεταξύ τους υποθέσεις, που όμως συναντιούνται σε ένα κρίσιμο ζήτημα της οικονομικής πολιτικής, τον δημοσιονομικό χώρο.
Με αυτόν τον όρο περιγράφουμε τη δυνατότητα ενός κράτους να χρηματοδοτεί τις δημόσιες πολιτικές του χωρίς να παραβιάζει τους δημοσιονομικούς κανόνες ή να υπονομεύει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Δεν πρόκειται για ένα σταθερό νούμερο που μας επιβάλλεται ανεξάρτητα από τις επιλογές μας, καθώς επηρεάζεται από την αποτελεσματικότητα της είσπραξης των εσόδων, την ποιότητα των δαπανών και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι θεσμοί.
Η σχέση αυτή έχει και συγκεκριμένη τεχνική βάση. Με το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, τα πρόσθετα έσοδα από ενεργητικά μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να επιτρέψουν υψηλότερα όρια καθαρών δαπανών. Παράλληλα, η διαφάνεια και ο ουσιαστικός ανταγωνισμός στις δημόσιες συμβάσεις επιτρέπουν στο κράτος να καλύπτει περισσότερες ανάγκες με τους ίδιους πόρους.
Αυτό φαίνεται καθαρά στη συζήτηση για τα μέτρα απέναντι στην ακρίβεια και την ενεργειακή κρίση. Η κυβέρνηση επικαλείται περιορισμένα περιθώρια όταν προσδιορίζει την έκταση της στήριξης, από το επίδομα θέρμανσης μέχρι τις παρεμβάσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όμως η αυστηρότητα με την οποία κοστολογείται κάθε κοινωνικό μέτρο θα έπρεπε να χαρακτηρίζει και την αντιμετώπιση των εσόδων που δεν εισπράττονται εγκαίρως, όπως και των δαπανών που πραγματοποιούνται χωρίς επαρκή ανταγωνισμό. Διαφορετικά, η οικονομική πολιτική αποδέχεται ως δεδομένα περιθώρια που η ίδια θα μπορούσε να επηρεάσει.
Από την πλευρά των εσόδων, οι υποθέσεις «Χωριάτικο» και Pizza Fan, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της ΕΛ.ΑΣ., ανέδειξαν φερόμενους μηχανισμούς απόκρυψης συναλλαγών και αποφυγής υποχρεώσεων. Πέρα από την αστυνομική τους διάσταση, θέτουν ένα θεμελιώδες ερώτημα για τη φορολογική διοίκηση. Πώς εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές καταγράφονται και οι φόροι εισπράττονται εγκαίρως, αντί να εντοπίζονται ύστερα από χρόνια απαιτήσεις που ενδέχεται να μην ανακτηθούν ποτέ;
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η ψηφιοποίηση της ΑΑΔΕ συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου. Η έγκαιρη ανίχνευση της φοροδιαφυγής και η αποτελεσματική είσπραξη των νόμιμων υποχρεώσεων ενισχύουν τη σταθερότητα των δημόσιων εσόδων και τις δυνατότητες χρηματοδότησης δημόσιων πολιτικών. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι οι νέες τεχνολογίες διευρύνουν και τις δυνατότητες των δικτύων απάτης, γεγονός που απαιτεί αντίστοιχη ταχύτητα προσαρμογής από τις ελεγκτικές αρχές. Η ψηφιοποίηση, επομένως, δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από τον αριθμό των ηλεκτρονικών εφαρμογών, αλλά από την ικανότητα της φορολογικής διοίκησης να αξιοποιεί δεδομένα, να εντοπίζει έγκαιρα νέες μορφές παραβατικότητας και να προστατεύει δημόσια έσοδα που διαφορετικά κινδυνεύουν να χαθούν οριστικά.
Ο δημοσιονομικός χώρος, όμως, δεν περιορίζεται μόνο από τα έσοδα που χάνονται, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο δαπανώνται όσα εισπράττονται. Υπό αυτό το πρίσμα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι αποκαλύψεις για τον Μιχάλη Μπεκίρη, πρώην διευθυντή του γραφείου του πρωθυπουργού στη Βουλή. Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, συγγενείς και πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος συνδέονται με δημόσιες συμβάσεις και χρηματοδοτήσεις. Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η συγγενική σχέση αυτή καθαυτή, αλλά αν η κατανομή των δημόσιων πόρων γίνεται με πραγματικό ανταγωνισμό, αντικειμενικά κριτήρια και ανεξάρτητους ελέγχους. Γιατί κάθε δημόσια δαπάνη που δεν εξασφαλίζει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα έχει δημοσιονομικό κόστος, ακόμη και όταν αυτό δεν αποτυπώνεται ως υπέρβαση του προϋπολογισμού. Η πολιτική εγγύτητα δεν μπορεί να αποτελεί πλεονέκτημα πρόσβασης στο δημόσιο χρήμα, ούτε η τυπική νομιμότητα μιας ανάθεσης να υποκαθιστά την ουσιαστική λογοδοσία για την αναγκαιότητα, το κόστος και το δημόσιο όφελός της.
Η διάσταση αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν εξετάσουμε τη συνολική εικόνα των δημόσιων συμβάσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι το 2025 το 58,2% των ελληνικών διαδικασιών που καλύπτει ο σχετικός δείκτης είχε μόνο μία προσφορά, έναντι ευρωπαϊκής διαμέσου 27%. Το ποσοστό δεν αποδεικνύει παρανομία σε συγκεκριμένες συμβάσεις, αποτυπώνει όμως σοβαρό έλλειμμα ανταγωνισμού που περιορίζει τη δυνατότητα του Δημοσίου να εξασφαλίζει καλύτερες τιμές και μεγαλύτερο όφελος από κάθε ευρώ που δαπανά.
Στον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι ελλείψεις στη διαχείριση και στον έλεγχο αγροτικών ενισχύσεων προηγούμενων ετών οδήγησαν σε δημοσιονομική διόρθωση περίπου 415 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρόκειται για διαφορετική κατηγορία πόρων από τις εθνικές κοινωνικές δαπάνες, αλλά για ένα πραγματικό κόστος διοικητικής ανεπάρκειας.
Την επόμενη φορά που η κοινωνία θα ακούσει ότι «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος», δικαιούται να ζητήσει να συνυπολογιστούν και όσα δεν εισπράχθηκαν εγκαίρως, όσα δαπανήθηκαν χωρίς επαρκή ανταγωνισμό και όσα κόστισε η ανεπαρκής εποπτεία. Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν μπορεί να είναι αμείλικτη για τις κοινωνικές ανάγκες και ελαστική στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Πριν η κυβέρνηση εξηγήσει τι δεν αντέχει ο προϋπολογισμός, οφείλει να λογοδοτήσει για όσα δεν κατάφερε να προστατεύσει.